φταίχτης

φταίχτης
ο , φταίχτρα η виновни|к, -ца

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "φταίχτης" в других словарях:

  • φταίχτης — και φταίστης, ο, θηλ. φταίχτρα, Ν αυτός που φταίει σε κάτι, ένοχος, υπαίτιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φταιξ τού αορ. έφταιξ α τού ρ. φταίω (πρβλ. παίχ της). Ο τ. φταίστης κατ επίδραση τού πταίστης (< πταίω)] …   Dictionary of Greek

  • φταίχτης — ο θηλ. τρα ο ένοχος σε κάτι, ο υπαίτιος, ο υπόλογος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -της — ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη πλήθους αρσενικών ονομάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία έχει προέλθει από ΙΕ κατάληξη σε t (πρβλ. αρχαίο ινδικό pariksi t, ομηρικό περι κτί ται) επεκτεταμένη με φωνήεν ᾱ / η . Η κατάληξη της χρησιμοποιήθηκε για …   Dictionary of Greek

  • πταίστης — ο, θηλ. πταίστρα, ΝΜ [πταίω / φταίω] ο φταίχτης …   Dictionary of Greek

  • υπαίτιος — α, ο / ὑπαίτιος, ον, ΝΑ 1. αυτός που ευθύνεται για μια πράξη ή για μια κατάσταση, υπεύθυνος 2. (κατ επέκτ.) ένοχος, φταίχτης αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται υπό κατηγορία, υπόλογος 2. αξιόμεμπτος, αξιοκατάκριτος («τῆς ψυχῆς ἡ ἄλογος καὶ παρὰ φύσιν… …   Dictionary of Greek

  • φταίστης — ο, Ν βλ. φταίχτης …   Dictionary of Greek

  • φταίχτρα — η θηλ. του φταίχτης (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»